Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Η ιδιότητα του πολίτη στην αρχαία Ελλάδα



του Κώστα Κυριάκη

Ποια είναι η σημασία και ο ρόλος της φρατρίας, της φυλής και του δήμου για την απόκτηση ή άσκηση της ιδιότητας του πολίτη στην αρχαία Ελλάδα

Εισαγωγή

Ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί της φρατρίας, της φυλής και του δήμου στην πολιτική διαδικασία υπήρξε καθοριστικός.  Αποτέλεσαν τη βάση της οργάνωσης και λειτουργίας του θεσμικο-κοινωνικού πλαισίου της πολιτικής κοινωνίας και συντέλεσαν στο πέρασμα από την πατριαρχία στην αστική ζωή.
Η ιδιότητα του πολίτη

Για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας πρωταρχικό κριτήριο ήταν αυτό της καταγωγής, δηλαδή έπρεπε να είχε γεννηθεί από γονείς που ήταν αμφότεροι ελεύθεροι πολίτες[1] – εξ αμφοίν αστών.  Ο κλειστός και αυτοδιαιωνιζόμενος χαρακτήρας του αστικού σώματος – που λειτουργούσε με την αρχή του αποκλεισμού[2] και περιφρουρήθηκε ζηλότυπα – ήταν άμεσα συνδεδεμένος με μια σειρά πλεονεκτημάτων και προνομίων που απέρρεαν από την απολαβή της ιδιότητας του πολίτη. 
Κατ’ αρχάς, ο ελεύθερος πολίτης μπορούσε να έχει πρόσβαση στη διαχείριση της εξουσίας και στη λήψη των αποφάσεων μέσω της συμμετοχής του στα πολιτικά και πολιτειακά θεσμικά όργανα της πόλεως και ταυτόχρονα να αμείβεται για τη συμμετοχή του αυτή. 
Αποκτούσε το δικαίωμα κατοχής γης και ακινήτων και, παράλληλα, απαλλασσόταν από οποιονδήποτε σταθερό άμεσο φόρο.  Απολάμβανε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.  Το επόμενο πλεονέκτημα της ιδιότητας του πολίτη ήταν – τουλάχιστον ως τον 5ο αι. π.Χ. – η οπλιτική ικανότητα, δηλαδή η δυνατότητα του πολίτη να προμηθεύεται τον οπλισμό του και να μπορεί να υπερασπίζεται την πόλη του. 
Και το τελευταίο χαρακτηριστικό της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη αφορούσε τη συμμετοχή του στις θρησκευτικές τελετές της πόλης.  Άλλωστε, ο τρόπος συγκρότησης της πόλεως γίνεται μέσω του λατρευτικού καθορισμού μιας νέας απεικόνισης του χώρου – της επικράτειας – και της διαμόρφωσης μιας νέας κοινωνίας, της κοινωνίας των πολιτών, χάρη στις διαβατήριες τελετουργίες  κοινωνικής ένταξης[3] των εφήβων[4]
Η πόλις, αν και εμφανίζεται ως μια κοινότητα πολιτών, οργανώνεται και δομείται μέσα σε πλαίσια που παραπέμπουν είτε σε σχέσεις συγγένειας είτε σε τοπική-γεωγραφική διάρθρωση του χώρου.  Οι φρατρίες και τα γένη συνιστούν την πρώτη περίπτωση, ενώ οι φυλές, οι τριττύες και οι ναυκραρίες τη δεύτερη.  Όλες αυτές οι ομάδες, παράλληλα με άλλες που είχαν καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα, όπως οι θίασοι και οι οργεώνες, περιλάμβαναν πολλούς οίκους, επικαλύπτονταν, τέμνονταν και συνέδεαν τα μέλη τους σε κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική δράση.  Και στις δύο αυτές μορφές κοινωνικής συγκρότησης ίσχυε η αρχή της κληρονομικότητας[5]
Γεωγραφική διάρθρωση του χώρου
Οι φρατρίες είχαν συγκροτηθεί από αδελφά γένη[6], ήταν δηλαδή "φυσικές" ομάδες.  Γένος και φρατρία αλληλοκαλύπτονταν συχνά και έτσι το πρώτο δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή υποδιαίρεση της δεύτερης.
Το γένος, θεσμός βασισμένος στη συγγένεια, ήταν η πρωταρχική αυτόνομη κοινωνικοοικονομική μονάδα της αρχαϊκής πόλης και συνδεόταν με συγκεκριμένους τόπους κατοικίας (στην Αθήνα π.χ. οι Κολιείς, Κηφισιείς, Σαλαμίνιοι) έχοντας κοινωνικές, θρησκευτικές[7] και πολιτικές[8] αρμοδιότητες.  Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του γένους ήταν: ο ήρωας – γενάρχης, ιδιάζουσες θρησκευτικές τελετές και κοινός τόπος ταφής, κοινά οικογενειακά έθιμα, αμοιβαία υποχρέωση προστασίας και βοήθειας.  Πραγματοποιούσαν συναθροίσεις (σύνοδοι) στις λέσχες και τελούσαν θυσίες σε κοινό βωμό (έρκος).  Συνήθως είχαν έναν αρχιερέα και λάτρευαν τον Απόλλωνα Πατρώο και τον Δία Έρκειο.
Η μετακίνηση όμως αρχηγών γενών από την κώμη (δήμο) προς το άστυ[9] οδήγησε στη διάσπαση των άλλοτε συμπαγών ομάδων και στην απακμή των γενών.  Παράλληλα, η ανάπτυξη του συστήματος του οίκου δημιουργεί και περιουσιακές διαφοροποιήσεις, αφού η γη δεν ανήκει πια στους γεννήτας[10].  Έτσι, ο οίκος αρχίζει να αναλαμβάνει έναν πολιτικό ρόλο και όχι το γένος καθαυτό (αν και η συνένωση ισχυρών οίκων είχε αναδείξει νέα τεχνητά γένη που, στην Αθήνα π.χ. του 5ου και 4ου αι. π.Χ., διατηρούσαν κάποια υπολείμματα εξουσίας)[11]
Ένας ορισμένος αριθμός οικογενειών σχημάτισε μια ομάδα που ονομάστηκε φρατρία.  Οι Δωριείς συνήθως την αποκαλούσαν πάτρα, με μόνη εξαίρεση την Κρήτη, όπου ο αντίστοιχος θεσμός ονομαζόταν εταιρεία[12].  Η φρατρία είχε κοινό ιερό, όπου πάνω στο βωμό[13] έκαιγε η ιερή φωτιά και ετοιμάζονταν τα φρατριακά δείπνα[14].  Εξέλεγε έναν αρχηγό, τον φρατρίαρχο[15], ο οποίος συγκαλούσε τις συνελεύσεις και μπορούσε να εκδίδει δικαστικές αποφάσεις.  Μαζί με τον ιερέα διαχειριζόταν τα περιουσιακά στοιχεία του ιερού.  Η φρατρία λάτρευε ιδιαίτερες θεότητες και τοπικούς ήρωες.
Παρά το γεγονός ότι οι φρατρίες δεν ήταν οργανωμένες γύρω από μια κοινή λατρεία, αποτελούσαν, ωστόσο, το πλαίσιο για τον εορτασμό των Απατουρίων, κατά τον οποίο αποδίδονταν τιμές στον Φράτριο Δία και την Φρατρία Αθηνά.  Η γιορτή αυτή εορταζόταν κατά τον μήνα Πυανεψίωνα και είχε τόσο κατά την αρχαϊκή όσο και κατά την κλασική εποχή θεμελιώδη ρόλο για την απόκτηση της ιδιότητας του αθηναίου πολίτη.  Τη τρίτη μέρα της γιορτής, που λεγόταν Κουρεότις, καταγράφονταν στο γραμματείο όλα τα παιδιά (αγόρια)[16] που είχαν γεννηθεί ή υιοθετηθεί (εισποιητοί) από γονείς πολίτες κατά τη διάρκεια του έτους.  Αυτή ήταν και η ληξιαρχική πράξη γέννησης και πιστοποίησης της νόμιμης καταγωγής τους, απαραίτητο στοιχείο για την εγγραφή τους αργότερα στους δημοτικούς καταλόγους, κατά την είσοδό τους στο σώμα των πολιτών.  Στην ίδια γιορτή παρουσιάζονταν οι έφηβοι πια στα 18 τους χρόνια (ή στα 16)[17], αφού έκοβαν και προσέφεραν τα μαλλιά τους στην Άρτεμη, και τότε ο πατέρας έδινε όρκο πως το παιδί προήλθε από νόμιμο γάμο με Αθηναία. 
Η νόμιμη γέννηση θεμελίωνε το κληρονομικό δικαίωμα[18] και το γεγονός ότι η μαρτυρία των φρατόρων, σε περιπτώσεις δικαστικής αντιπαράθεσης ή αμφισβήτησης του δικαιώματος του πολίτη, ισοδυναμούσε με «πιστοποιητικό γέννησης» δηλώνει πως η φρατρία μπορούσε σε ορισμένα διοικητικά καθήκοντα να αναπληρώνει την πόλη[19]
Στην Αθήνα υπήρχαν τρεις φρατρίες για κάθε φυλή (3Χ4=12).  Η σημασία της φρατρίας μειώθηκε σταδιακά μέχρι την εποχή του Κλεισθένη[20].  Αυτός διεύρυνε το πολιτικό σώμα των Αθηναίων εισάγοντας τους νεοπολίτας –δηλαδή ξένους – σε αυτό.  Επέβαλε στις φρατρίες να δεχθούν ως μέλη τους διάφορες ομάδες, που ονομάζονταν οργεώνες[21] ή θίασοι[22], και ορίζοντας πως θα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τους «ομογάλακτας ή τους γεννήτας»[23].  Μέσω, λοιπόν, της φρατρίας οι νεοπολίται εισέδυσαν στην πολιτική κοινότητα. 
Παράλληλα, ο Κλεισθένης αναδιαρθρώνει τις τέσσερις παραδοσιακές φυλές και τις αντικαθιστά με δέκα τεχνητές (διατηρώντας ωστόσο τον ίδιο αριθμό φρατριών ανά φυλή: 10Χ3=30, άλλωστε, η μεταρρύθμισή  του δεν απέβλεπε στην κατάργηση της φρατρίας και του γένους, γι’ αυτό δεν έθιξε τις κοινωνικές ή θρησκευτικές συνδηλώσεις τους, αλλά στον πολιτικό τους αποκλεισμό).  Ταυτόχρονα, αντικαθιστά την φρατρία από τον δήμο, ως βασική μονάδα πλαισίωσης των πολιτών και διαίρεσης του πολιτικού σώματος[24]
Πριν από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη ο δήμος ήταν απλά μια υποδιαίρεση της εδαφικής επικράτειας της πόλης, στην οποία ήταν εγγεγραμμένοι οι πολίτες που διέμεναν στην συγκεκριμένη περιοχή, και δεν διαδραμάτιζε κανέναν πολιτικό ρόλο[25].  Από τον Κλεισθένη όμως και μετά «ο δήμος αποτελούσε τη βασική εδαφική περιφέρεια και η εγγραφή στους δημοτικούς καταλόγους συνιστούσε την κατ’ εξοχήν πράξη πρόσβασης στην ιδιότητα του πολίτη»[26]
Οι δήμοι οργανώνονται και δομούνται ως αυτοδιοικούμενες μονάδες που ένωναν πια συντοπίτες και όχι συγγενείς[27].  Κάθε πολίτης γράφτηκε στο ληξιαρχικόν γραμματείον του δήμου όπου κατοικούσε και στον οποίο βρισκόταν η πατρική του περιουσία[28].  Ωστόσο, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. η ιδιότητα του αθηναίου πολίτη δεν συνδεόταν με την κατοχή γης (αντίθετα από την Σπάρτη, όπου οι όμοιοι είναι ίσοι γιατί κατέχουν ίσο κλήρο γης, τουλάχιστον σε εισοδήματα αν όχι σε έκταση).  Έτσι, για τους πολίτες που δεν κατείχαν γη (ακτήμονες) η ένταξη στον δήμο δεν σχετιζόταν με τον τόπο που κατοικούσαν.
Τη διοίκηση του δήμου ασκούσε ο Δήμαρχος και ανώτατο όργανο ήταν η συνέλευση των δημοτών.  Στις αρμοδιότητες του δήμου ήταν η είσπραξη των φόρων και η διοργάνωση πολιτιστικών και θρησκευτικών εκδηλώσεων, αν και ο δήμος δεν αποτελούσε πλαίσιο της θρησκευτικής ζωής των πολιτών[29].  Ωστόσο, οι δήμοι τηρούσαν τη λίστα των υπόχρεων προς στράτευση πολιτών, η εγγραφή των οποίων στον κατάλογο αποτελούσε πρόκριμμα για την απόκτηση της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη και έτσι ασκούσαν άμεση παρέμβαση στην άσκηση πολιτικής[30].  Παράλληλα, όριζαν – αναλογικά από κάθε φυλή – τους βουλευτές της Βουλής των 500 και τους δικαστές της Ηλιαίας, τα δύο κυριότερα θεσμικά πολιτειακά όργανα. 
Ο Κλεισθένης καταλύοντας την αιματοσυγγενική μορφή οργάνωσης της πόλης και κατανέμοντας το πολιτικό σώμα με εδαφικά κριτήρια – ο Αθηναίος δίπλα στο όνομά του και στο όνομα του πατέρα του έθετε πια και ένα τοπωνύμιο – αποδυνάμωσε την επιρροή των λίγων και έδωσε κίνητρα για την συμμετοχή στη διαχείριση της εξουσίας στους πολλούς και πέτυχε να δώσει στον Δήμο το δικαίωμα να αποφασίζει για όλα τα ζητήματα. 
Αιματοσυγγενική μορφή της πόλης
Αρχικά, η φυλή ήταν συνενώσεις συγγενικών φρατριών και η ιδιότητα του μέλους ήταν κληρονομική.  Ο παραδοσιακός χαρακτήρας της προέκυπτε από το στοιχείο της κοινής καταγωγής[31].  Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αυτοδιοικούμενη οργανική μονάδα με δικά της διοικητικά όργανα και εδαφική περιοχή (: φυλετικό κράτος).  Η κάθε φυλή είχε τον δικό της αρχηγό (φυλοβασιλέα) με θρησκευτικές, στρατιωτικές και δικαστικές αρμοδιότητες.  Ανώτατο διοικητικό όργανο ήταν η συνέλευση των πολεμιστών, ενώ ενδιάμεσο διοικητικό όργανο ήταν τον συμβούλιο της φυλής (αρχηγοί γενών, φρατριών).  Ο φυλοβασιλέας αποφάσιζε σε συνεργασία με το συμβούλιο της φυλής  και οι αποφάσεις του εγκρίνονταν ή απορρίπτονταν από τους πολεμιστές.  Προκύπτει, λοιπόν, ότι η φυλή λειτουργούσε ως στρατιωτική μονάδα[32]
Στην Αττική οι φυλές ήταν τέσσερις.  Τα ονόματά τους είχαν γεωγραφική ή θρησκευτική αναφορά (Αυτόχθων, Παραλία, Ακταία και Διακρία ή Διάς, Αθηναϊς, Ποσειδωνία και Ηφαιστιάς).  Ωστόσο, τελικά επικράτησαν οι «ιωνικές» φυλές, η ίδρυση των οποίων αποδιδόταν στον Ίωνα, γιο του Ξάνθου ή του Απόλλωνα (Γελέωντες, Όπλητες, Αργαδείς και Αιγικορείς)[33].  Στις δωρικές πόλεις οι φυλές ήταν τρεις: Υλλείς, Δυμάνες και Πάμφυλοι.  Τα ονόματα και οι αριθμοί δεν είναι σταθεροί και εμφανίζουν μεγάλη ποικιλότητα.
Στην Αττική ο Κλεισθένης δημιούργησε δέκα νέες τεχνητές φυλές (Ιπποθωντίς, Αντιοχίς, Αιαντίς, Λεοντίς, Ερεχθηίς, Αιγηίς, Οινηίς, Ακαμαντίς, Κεκροπίς και Πανδιωνίς) που ονομάστηκαν από τοπικούς ήρωες, η επιλογή των οποίων έγινε από το μαντείο των Δελφών και αποκαλούνταν επώνυμοι[34].  Στις δέκα φυλές αντιστοιχούσαν τριάντα τριττύες (1 τριττύς = 1/3 φυλής).  Η καινοτομία του Κλεισθένη ήταν ο χωρισμός των 30 αυτών τριττύων σε: 10 «περί το άστυ», 10 «παράλιες» και 10 «μεσόγειες».  Με κλήρο δόθηκαν τρεις σε κάθε φυλή – μια από κάθε κατηγορία και σε αυτές κατανεμήθηκαν όλοι οι δήμοι[35].  Με αυτόν τον τρόπο ο Κλεισθένης πέτυχε την ανάμειξη μεταξύ των διαφόρων συστατικών στοιχείων του πολιτικού σώματος των Αθηναίων.  Εφεξής, όλη η οργάνωση της πόλης θα στηριχθεί σε αυτό το δεκαδικό σύστημα[36].  Έτσι, οι φυλές συνέχιζαν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή, αφού αποτελούσαν τη βάση της οργάνωσης και λειτουργίας του αθηναϊκού πολιτεύματος[37].
Συμπέρασμα
Η μετακίνηση της πολιτικής δύναμης από την αιματοσυγγενική μορφή οργάνωσης της πόλης στον Δήμο, που εκφράζει και γεωγραφική τοποθέτηση, θα αποδυναμώσει τον πολιτικό ρόλο που παίζουν οι παραδοσιακοί θεσμοί της φρατρίας και της φυλής, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν συνεχίζουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για την απόκτηση ή άσκηση της ιδιότητας του πολίτη.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μήλιος, Α. Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: από την αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια. Τομ. Α’. Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Αρχαία Ελλάδα. Πάτρα: 2000
Ράμου-Χαψιάδη, Α. Από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική.  Αθήνα: 1982
Σακελλαρίου, Μ. Β. Η αθηναϊκή δημοκρατία.  Ηράκλειο: 2000

Andrewes, A. Αρχαία ελληνική κοινωνία.  Μτφ. Α. Παναγόπουλος.  Αθήνα: 1999
Cambiano, G. «Η πραγμάτωση του ανθρώπου».  Στο: Ο Έλληνας άνθρωπος. Επιμ. Jean-Pierre Vernant. Μτφ. Χ. Τασάκος. Αθήνα: 1996
Canfora, L. «Ο πολίτης».  Στο: Ο Έλληνας άνθρωπος. Επιμ. Jean-Pierre Vernant. Μτφ. Χ. Τασάκος. Αθήνα: 1996
Mosse, C.  Ο πολίτης στην αρχαία Ελλάδα.  Μτφ. Ι. Παπακωνσταντίνου.  Αθήνα: 1996

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Γραφή, 2002


[1] Σε μερικές πόλεις απαιτούνταν καταγωγή τριών γενεών από γονείς πολίτες, βλ. Α. Μήλιος, και άλλοι, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: από την αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια, τ. Α, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Αρχαία Ελλάδα (Πάτρα 2000): 43.
[2] Για παράδειγμα, οι γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση στη λήψη των αποφάσεων και άρα δεν ήταν «πολίτες», εφόσον δεν συμμετείχαν σε αυτό που αποτελεί την ουσία της πολιτικής ιδιότητας.  Ταυτόχρονα, όμως, παίζουν σημαντικό ρόλο στη μεταβίβαση αυτής της πολιτικής ιδιότητας, βλ. C. Mosse, Ο πολίτης στην αρχαία Ελλάδα, μτφ. Ι. Παπακωνσταντίνου (Αθήνα 1996): 47.
                                                                                                                                                              [3] Βλ. F. de Polignac, Η γέννηση της αρχαίας ελληνικής πόλης, μτφ. Ν. Κυριαζόπουλος (Αθήνα 2000): 33, 92 κ.ε.
[4] Για τον θεσμό του εφηβείου και τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις πριν την ενηλικίωση και την απόκτηση της ιδιότητας του ελεύθερου πολίτη, βλ. G. Campiano, «Η πραγμάτωση του ανθρώπου», στο: Ο Έλληνας άνθρωπος, επιμ. Jean-Pierre Vernant, μτφ. Χ. Τασάκος (Αθήνα 1996): 180-181, 166-168, 174-175.
[5] Για παράδειγμα, στους δήμους, που ήταν τοπικοί θεσμοί, η ιδιότητα του δημότη ήταν κληρονομική και δεν εξέλιπε με τη μετεγκατάσταση του πολίτη σε άλλη περιοχή, βλ. A. Andrewes, Αρχαία Ελληνική Κοινωνία, μτφ. Α. Παναγόπουλος (Αθήνα 1999): 134.
[6] Η λέξη φράτωρ (αττική διάλεκτος) – ή φρατήρ (δωρική διάλεκτος) – είναι κοινή στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και δηλώνει τον αδερφό (π.χ. λατινικά frater).  Παρουσιάζει ενδιαφέρον η άποψη του A. Andrewes πως αφού όλες οι ελληνικές διάλεκτοι χρησιμοποιούν άλλη λέξη για να δηλώσουν τον αδερφό, η απώλεια της αρχικής σημασίας της λέξης μπορεί να αναχθεί σε μια εποχή πριν από τη διάσπαση της ελληνικής γλώσσας σε διαλέκτους και έτσι η φρατρία υπήρχε ήδη στους λαούς της Μ. Ε. περιόδου, δηλαδή πριν την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, βλ. A. Andrewes, στο ίδιο: 127.
[7] Για παράδειγμα, οι Ετεοβουτάδες από τους οποίους προέρχονταν πάντα οι ιερείς της Αθηνάς Πολιάδος.  Άλλα ιερατικά γένη της Αθήνας ήταν οι Πραξιεργίδες, Ευμολπίδες, Κήρυκες.  Ανάλογα ιερατικά γένη απαντούν σε πολλά μέρη της Ελλάδας: Τίλλιδες στην Ηλεία, Ασκληπιάδες στην Κω, Ομηρίδες στην Χίο, Ταλθιβιάδες στην Σπάρτη, που συνδύαζαν την ιεροσύνη με τη μαντική, την ιατρική, τη μουσική ή την κηρυκεία, βλ.  http://www.fhw.gr/chronos/04/gr/society
[8] Οι πολιτικές αρμοδιότητες των γενών αφορούσαν κυρίως τα γένη των ευπατρίδων και εξασθένησαν σταδιακά.
[9] Βλ. L. Canfora, «Ο πολίτης», στο: Ο Έλληνας άνθρωπος, βλ. παραπ.: 204-205.
[10] Βλ. Α. Ραμού-Χαψιάδη, Από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική (Αθήνα 1982): 120.
[11] Βλ. A. Andrewes, βλ. παραπ.: 130-131.
[12] Φρατρίες υπήρχαν σε πολλές ελληνικές πόλεις, όπως στην Αίγινα, στην Κόρινθο, στη Θήβα, στους Δελφούς, από όπου σώζεται σε επιγραφή ο κανονισμός της φρατρίας των Λαβυαδών.  Επίσης, από τη Δεκέλεια και το ιερό των Δημοτιωνίδων προέρχεται μια άλλη επιγραφή με τους ιδιαίτερους νόμους αυτής της φρατρίας-γένους.
[13] Βλ. Δημοσθένης, Προς Μακάρτατον, 14.
[14] Βλ. Αθήναιος, V, 2.
[15] Βλ. Δημοσθένης, Προς Ευβουλίδην, 23.
[16] Για τις γυναίκες τα πράγματα διαφοροποιόντουσαν.  Οι κόρες συνδέονταν κοινωνικά με την φρατρία του πατέρα τους.  Αυτή ήταν επίσης που αναγνώριζε και τους γάμους.
[17] Βλ. L. Canfora, βλ. παραπ.: 170.
[18] Βλ. Α. Ραμού-Χαψιάδη, βλ. παραπ.: 121.
[19] Βλ. Α. Μήλιος, βλ. παραπ.: 53.
[20] Βλ. A. Andrewes, βλ. παραπ.: 131.
[21] Ομάδες με σκοπό την ιδιωτική λατρευτική δραστηριότητα που σχετιζόταν με ήρωες και ελάσσονες θεότητες.  Περιέκλειαν μέλη διαφορετικών φρατριών και την κλασική περίοδο γυναίκες και μέτοικους.  Είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας και δικαιοπρακτικής ικανότητας.
[22] Οργανώσεις με κληρονομικό χαρακτήρα που λάτρευαν σημαντικούς θεούς και ήρωες.  Την κλασική περίοδο δέχονταν ως μέλη και παιδιά ή δούλους.  Αναφέρονται και ως σύσσιτοι ή ομόταφοι.
[23] Βλ. Φιλόχορος, Fr. Gr. Hist., 328, 35α.
[24] Βλ. Μ. Β. Σακελλαρίου, Η αθηναϊκή δημοκρατία (Ηράκλειο 2000): 101.
[25] Βλ. Α. Μήλιος, βλ. παραπ.: 55.
[26] C. Mosse, βλ. παραπ.: 45.
[27] Βλ. Μ. Β. Σακελλαρίου, βλ. παραπ.: 101.
[28] Από τον 4ο αι. π.Χ. έπαψε να ταυτίζεται κατά απόλυτο τρόπο η περιοχή της πατρικής περιουσίας με το δήμο κάθε πολίτη, βλ. C. Mosse, βλ. παραπ.: 46.
[29] Στο ίδιο: 46.
[30] Βλ. Α. Μήλιος, βλ. παραπ.: 56.
[31] Στο ίδιο: 55.
[32] Βλ. Α. Ραμού-Χαψιάδη, βλ. παραπ.: 121.
[33] Στο ίδιο: 49.
[34] Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο οι φυλές αυξήθηκαν κατά τρεις (Αντιγονίς, Δημητριάς, Αδριανίς) με σκοπό να τιμηθούν ηγεμόνες και αυτοκράτορες.
[35] Οι «περί το άστυ» δήμοι μπορούσαν να αποτελούν μόνοι τους μια τριττύα, ενώ αλλού μια τριττύα περιελάμβανε μέχρι και οκτώ ή εννέα δήμους.
[36] Βλ. C. Mosse, βλ. παραπ.: 44.
[37] Ο θεσμός της λαϊκής αντιπροσώπευσης είχε ως βάση τη φυλή, εμπλέκονταν στις οικονομικές υποχρεώσεις των πολιτών και αποτελούσαν τη βάση για τον σχηματισμό και τη διάρθρωση του στρατού, βλ. Α. Μήλιος, βλ. παραπ.: 55.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...