Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Μορφή και ισχύς της εθνικής ταυτότητας

[Το παρακάτω απόσπασμα αποτελεί μέρος ευρύτερης ερευνητικής εργασίας και στηρίζεται κυρίως στο: 
Σταυρακάκης, Γ. (2012). Η Λακανική Αριστερά. Μτφρ. Α. Κιουπκιολής. Αθήνα: Σαββάλας]


Με τον όρο «μορφή» εννοώ τους σημειωτικούς και άλλους ‘νόμους’ οι οποίοι διέπουν την κοινωνική κατασκευή των εθνικών ταυτίσεων και του έθνους και με τον όρο «ισχύς» τον ιδιαίτερο τύπο ψυχικής επένδυσης που προσδίδει στο έθνος την ισχύ του επιθυμητού αντικειμένου ταύτισης.  

Στη συγκρότηση κάθε συλλογικής ταύτισης, επισημαίνει ο Φρόυντ, διακυβεύεται αφενός η ρηματική δόμηση και αναπαράσταση και αφετέρου η λιμπιντική οργάνωση και σύσταση των ομάδων (1994: 64).  Αυτή η ψυχική επένδυση ενέχει και μια διάσταση μίσους και επιθετικότητας (Φρόυντ, 2004: 45).  Όπως σημειώνει ο Σταυρακάκης, σε αυτό το σημείο το ζεύγος ταυτότητα/διαφορά εμφανίζει μια δεύτερη, πιο σκοτεινή διάσταση, με τη διαφορά να γίνεται ανταγωνισμός και μίσος (2012: 230).  Η ανταγωνιστική δύναμη απειλεί την ταυτότητα αλλά ταυτόχρονα καθίσταται ως παρουσία που πρέπει να αποκλειστεί ενεργά προκειμένου να διατηρηθεί η συγκρότηση της ταυτότητας.  Και είναι αυτή η ανταγωνιστική δύναμη που λειτουργεί ως όρος δυνατότητας για κάθε σχηματισμό της ταυτότητας[1].  Ωστόσο, η κατασκευή ταυτότητας, όπως έχω εξηγήσει σχετικά με το ‘παράδοξο του δυισμού ταυτότητας/διαφοράς’ (σ. ) είναι μια πράξη εγγενούς αμφισημίας, όπου το θετικό μετατρέπεται διαρκώς σε αρνητικό και αντιστρόφως κι επομένως χρειάζεται ο λόγος για να εξηγήσει ή συγκαλύψει την έλλειψη πληρότητας και ολοκλήρωσης που τη χαρακτηρίζει (Σταυρακάκης, 2012: 231).  Ταυτόχρονα, σε κάθε ταύτιση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο η λιμπιντική επένδυση, η οποία προϋποθέτει την κινητοποίηση της ενεργειακής δυναμικής του σώματος.  Έτσι, κάθε συλλογική ταύτιση λειτουργεί και στα δύο αυτά διακριτά αλλά αλληλένδετα πεδία, τόσο σε εκείνο της μορφής (συμβολικό νόημα και ρηματική πληρότητα) όσο και σε εκείνο της ισχύος (ψυχική και συναισθηματική επένδυση).     

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την παράδοξη διττή δομή της φαντασίωσης στον Λακάν (Σταυρακάκης, 2012: 232 - 236), το κοινωνικό υποκείμενο μπορεί να αναπτύξει επιθυμίες μόνο στο βαθμό που θυσιάζει την προσυμβολική του απόλαυση.  Η φαντασιακή υπόσχεση της ανάκτησης της χαμένης/αδύνατης απόλαυσης -της κάλυψης της έλλειψης- παραμένει το κεντρικό φαντασιωτικό έρεισμα της πολιτικής της υποκειμενικότητας και της ταύτισης.  Η έλξη αυτής της χαμένης απόλαυσης εξαρτάται από τη δυνατότητα μιας μερικής απόλαυσης, την οποία το υποκείμενο δοκιμάζει σε οριακές εμπειρίες, αναπαράγοντας έτσι την πρόσδεση του υποκειμένου στη φαντασιακή υπόσχεση της ανάκτησής της.  Όμως, αυτή η απόλαυση παραμένει μερική και επομένως αδυνατεί να ικανοποιήσει πλήρως την επιθυμία, επανεγγράφοντας στην οικονομία του υποκειμένου την έλλειψη μιας άλλης απόλαυσης, της θυσιασμένης απόλαυσης ως πληρότητας.  Αυτή η δεύτερη, σκοτεινή διάσταση «κατασκευάζει τη σκηνή» στην οποία η στερημένη απόλαυση συγκεντρώνεται στον Άλλο, ο οποίος και την έκλεψε από το υποκείμενο.  Αυτή η διάσταση παίζει κρίσιμο ρόλο στη διαιώνιση της επιθυμίας και στην αναπαραγωγή της κεντρικής λειτουργίας της φαντασίωσης, προσλαμβάνοντας όμως την πιο προβληματική της πολιτική μορφή: τη διαφορά ως ανταγωνισμό και προκαλώντας το μίσος και τη μνησικακία για τον Άλλο (Σταυρακάκης, 2012: 235). 

Εντούτοις, η αναγνώριση της επιθυμίας είναι δυνατή μόνο όταν αρθρώνεται στον λόγο[2] (Evans, 2005: 128).  Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετώ τη ρηματική/συμβολική χάραξη των συνόρων ανάμεσα σε ‘φίλους’ και ‘εχθρούς’, ως μια μορφή σημειωτικής άρθρωσης της επιθυμίας και ταυτόχρονα ως επιτέλεσή της.  Ο ‘εχθρός’, εξωτερικός ή εσωτερικός, είναι πάντα ένα έξωθεν που απειλεί το έθνος (Smith, 2000: 48) να πραγματοποιήσει το πεπρωμένο του και να ανακτήσει τη χαμένη του απόλαυση.  Και αυτή η έλλειψη πληρότητας, η οποία βρίσκεται πάντα στον πυρήνα της κατασκευής ταυτότητας, χρειάζεται την ικανότητα ενός λόγου να την εξηγήσει ή να τη συγκαλύψει.  Όπως σημειώνει ο Σταυρακάκης (2012: 236), η ανάκτηση της χαμένης απόλαυσης – η κάλυψη της έλλειψης- είναι ένας μύθος, μια φαντασίωση που προάγει ωστόσο την εθνική αλληλεγγύη, εδραιώνει την εθνική ταυτότητα και ενεργοποιεί την εθνική επιθυμία.  

Συνεπώς, οι συναισθηματικοί/λιμπιντικοί δεσμοί που διέπουν την εθνική ταύτιση εξηγούν το βάθος και την ισχύ της και συνεπώς είναι δύσκολο να αποσυνδεθεί η συμβολική διάσταση της ρηματικής οργάνωσης και ταύτισης από τη λιμπιντική επένδυση και απόλαυση.  Στην παρούσα εργασία, ωστόσο, θα επικεντρωθώ, στην αναλυτική και ερμηνευτική της διάσταση, κυρίως στη ρηματική κατασκευή των εθνικών ταυτίσεων, χωρίς όμως να αγνοώ τη σημασία της απόλαυσης, της επιθυμίας και της επιθετικότητας – άλλωστε η κινητοποίηση των συμβολικών πόρων πρέπει να συνδυαστεί με το ψυχοσωματικό ρίζωμα για να μπορέσει να αναδυθεί η εθνική ταυτότητα (Jusdanis, 2001: 31).  Η δύναμη της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αρκετό να αποδοθεί μόνο στη δομική θέση του «έθνους» και άλλων σημαινόντων και ρηματικών στοιχείων.  Φυσικά, και η συμβολική ταύτιση κρατά ενωμένη μια δεδομένη κοινότητα, αλλά ο δεσμός που συνδέει τα μέλη της προϋποθέτει μια κοινή σχέση προς τη διαλεκτική της απόλαυσης, μια συναισθηματική κάθεξη, η οποία δομείται σε φαντασιώσεις, υποστηρίζεται από μερικές απολαύσεις και συνδέεται άμεσα με το μίσος για τους Άλλους (Zizek, 2002: 347 – 348).

Συνοψίζω, η φαντασίωση που υπόσχεται την επανασύνδεση με την πληρότητα της απόλαυσης, η οποία εντοπίζεται στις ρίζες της εθνικής ιστορίας, είναι εκείνη που προσδίδει συνοχή, σταθερότητα και μακροβιότητα στη ρηματική δόμηση και κατασκευή του έθνους.  Αυτή η φαντασιωμένη υπόσχεση αποκτά την αίγλη του πραγματικού μέσω της μερικής απόλαυσης που αναπαράγεται μέσω της τελετουργικής επανάληψης πρακτικών που διατηρούν το αμφίθυμο θεμέλιο της εθνικής αλληλεγγύης.  Ωστόσο, επειδή η απόλαυση αυτή είναι μερική η ελκυστικότητα του έθνους ως αντικειμένου ταύτισης εξαρτάται από την ικανότητα του εθνι(κιστι)κού λόγου, δηλαδή της ρηματικής, σημειωτικής άρθρωσης, να παρέχει μια πειστική εξήγηση για την έλλειψη πλήρους απόλαυσης.  Έτσι, εισάγεται η ιδέα της κλοπής της απόλαυσης που συνδέεται αξεδιάλυτα με τη χάραξη ορίων και συνόρων, εχθρών και φίλων (Σταυρακάκης, 2012: 242 – 243).  Σε αυτή τη χάραξη ορίων και συνόρων, ανάμεσα στο εμείς και αυτοί, τα άτομα και οι ομάδες προσχωρούν σχεδόν σωματικά, πράγμα το οποίο εξηγεί με ικανοποιητικό τρόπο την εξαιρετική κινητοποιούσα δύναμη της ταυτοτικής εγχάραξης (Bourdieu, 1980: 69).  
   
Συνεπώς, η ρηματική διάσταση των διαδικασιών ταύτισης θα πρέπει να συμπληρωθεί με τη διαλεκτική της απόλαυσης ώστε να εξηγηθούν τα ανορθολογικά κίνητρα του εθνικισμού, ο οποίος στηρίζεται στην ικανότητά του να κινητοποιεί την ανθρώπινη επιθυμία για ταυτότητα και της υπόσχεσης για εθνική απόλαυση (Σταυρακάκης, 2012: 243). 



[1] Η διαφορά δεν επιτείνει απλώς την αίσθηση ταυτότητας, ούτε υπάρχει ανεξάρτητα από μια θετική αίσθηση ταυτότητας, ο ρόλος της είναι καθοριστικός για κάθε σχηματισμό ταυτότητας επειδή ταυτότητα και διαφορά συνιστούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος (Σταυρακάκης, 2012: 230).
[2] «Αν και η αλήθεια γύρω από την επιθυμία είναι παρούσα, σε κάποιο βαθμό, σε ολόκληρο τον λόγο, δεν είναι δυνατό να αρθρωθεί σε λόγο όλη η αλήθεια γύρω από την επιθυμία. Όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει το λόγο[…]» (Evans, 2005: 128). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...